Εφηβεία και Κατάθλιψη

Η εφηβεία είναι μια αναπτυξιακή περίοδος αλλαγών και συγκρούσεων όπου συντελούνται σημαντικές αλλαγές σε επίπεδο σωματικό, συναισθηματικό, νοητικό και κοινωνικό στη ζωή του εφήβου. Οι αλλαγές αυτές εκπλήσσουν τον έφηβο που σε ψυχικό επίπεδο δεν είναι αρκετά ώριμος για να τις δεχτεί και να τις ενσωματώσει στην εμπειρία του. Η ολοκλήρωση της υποκειμενικής ταυτότητας και η απομάκρυνση από το μικρό σύμπαν της οικογένειας αποτελούν τις σημαντικότερες προκλήσεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος ο έφηβος. Προκλήσεις οι οποίες δεν εκφράζονται με λόγια αλλά με πράξεις, πράξεις παράτολμες ή απλά ανεξήγητες για τα μάτια ενός ενήλικα που έχει ξεχάσει ή δεν έχει ζήσει ποτέ την εφηβεία.

εικόνα 1Η εφηβεία συχνά περιγράφεται με όρους που θα ταίριαζαν στην εμφάνιση ενός καταθλιπτικού επεισοδίου. Η θλίψη, η διέγερση, ο θυμός είναι καταστάσεις που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή της φυσιολογικής αναπτυξιακής πορείας της εφηβικής περιόδου. Η απότομη αλλαγή της διάθεσης χαρακτηρίζει τη διάθεση των εφήβων αν και οι πολλοί έφηβοι μοιάζουν να έχουν ένα σταθερά καταθλιπτικό συναίσθημα. Για αυτό το λόγο είναι δύσκολο κανείς να καταλάβει τα όρια μεταξύ παθολογικής και φυσιολογικής θλίψης των εφήβων. Συχνά η απάθεια των εφήβων και η ύπαρξη καταθλιπτικών συμπτωμάτων μεταφράζεται από το κοινωνικό και οικογενειακό περίγυρο του εφήβου ως τεμπελιά.

Η κλινική κατάθλιψη είναι πολύ διαφορετική από το αίσθημα κακής διάθεσης ή από τα αισθήματα λύπης ή πένθους που συνήθως συνοδεύουν την απώλεια κάποιου αγαπημένου προσώπου και ουσιαστικά είναι το φυσιολογικό αποτέλεσμα της αντίδρασης στο πόνο της απώλειας. Η κλινική κατάθλιψη δεν οφείλεται σε προσωπική αδυναμία του ατόμου ούτε σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Πρόκειται για μια ψυχική ασθένεια που επηρεάζει όλο το σώμα και έχει αντίκτυπο στον τρόπο που έναν άτομο αισθάνεται, σκέφτεται και συμπεριφέρεται.

εικόνα 2

Ως προς τους παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης κλινικής κατάθλιψης σε εφήβους έχει βρεθεί ότι τα παιδιά που βρίσκονται σε κατάσταση έντονου στρες, που έχουν βιώσει μια σημαντική απώλεια, έχουν μαθησιακές δυσκολίες ή προβλήματα συμπεριφοράς έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν κατάθλιψη. Τα κορίτσια στην εφηβεία έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης σε σχέση με τα αγόρια. Ενώ έχει παρατηρηθεί ότι έφηβοι που εμφανίζουν κλινική κατάθλιψη, συνήθως προέρχονται από οικογένειες με ιστορικό κατάθλιψης. Η απουσία σχέσεων με βάθος και συναίσθημα, η απροθυμία και δυσκολία εγκατάλειψης ρεαλιστικών στόχων, ο έντονος φόβος για τις αλλαγές και η απουσία εναλλακτικών επιλογών στη ζωή, η ύπαρξη ενός καταπιεστικού περιβάλλοντος και αυστηρές ηθικές απαιτήσεις από το εαυτό είναι παράγοντες επικινδυνότητας για την εμφάνιση κλινικής κατάθλιψης.

Η συμπεριφορά και η διάθεση του εφήβου με καταθλιπτικά συμπτώματα χαρακτηρίζεται από (Κάκουρος & Μανιαδάκη,2003):

  • θλίψη και απελπισία (τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας και για αρκετές ώρες της ημέρας το παιδί κλαίει και είναι θλιμμένο)
  • απομάκρυνση από φίλους και από δραστηριότητες από τις οποίες το παιδί αντλούσε χαρά και ικανοποίηση στο παρελθόν
  • αυξημένος εκνευρισμός και ευερεθιστότητα (ακόμα και οι πιο μικρές δυσκολίες φέρνουν εκνευρισμό και θυμό που το παιδί δεν μπορεί να διαχειριστεί)
  • πολλές απουσίες από το σχολείο και σημαντική μείωση στη σχολική επίδοση
  • αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες
  • προβλήματα στον ύπνο
  • αναποφασιστικότητα, έλλειψη συγκέντρωσης (παιδιά που ήταν καλά οργανωμένα στο παρελθόν φαίνεται να ξεχνούν, να μην μπορούν οργανώσουν το χρόνο και τις δραστηριότητές τους ή να συγκεντρωθούν σε ό,τι κάνουν)
  • υπερβολικά συναισθήματα ενοχής και ανικανότητας, απουσία ενθουσιασμού ή κινήτρου και χαμηλή αυτοεκτίμηση (φράσεις όπως «Είμαι χαζός» ή «Εγώ φταίω για όλα» είναι συχνές στο καταθλιπτικό παιδί)
  • συχνά παράπονα για κεφαλαλγίες και πόνους στο στομάχι (τα συμπτώματα αυτά συνήθως απορρέουν από την αλλαγή των διατροφικών συνηθειών)
  • χαμηλή ενεργητικότητα και χρόνια κόπωση
  • κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών
  • επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας

Φυσικά δεν αρκεί η εμφάνιση ενός από τα παραπάνω για να συμπεράνει κανείς ότι ο έφηβος πάσχει από κατάθλιψη και πρέπει να λάβει θεραπευτική βοήθεια. Οι παρακάτω ερωτήσεις βοηθούν στο να γίνει αντιληπτό το όριο μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού:

  • Εμφανίζονται τα περισσότερα από τα παραπάνω συμπτώματα;
  • Εμφανίζονται συχνά;
  • Παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα;
  • Ποιο είναι το επίπεδο προσωπικής δυσφορίας; Πόσο υποφέρει;
  • Δυσχεραίνεται η εξέλιξη προς την ωριμότητα;
  • Εμποδίζουν τις σχέσεις με τους συνομηλίκους και τους ενήλικες;
  • Έχουν αρνητικές επιπτώσεις και στους άλλους; Η συμπεριφορά του βλάπτει τους άλλους;

εικόνα 3H εφηβική κατάθλιψη επιμένει στην ενήλικη ζωή και συνοδεύεται από την εμφάνιση άλλων ψυχικών διαταραχών και του αυξημένου κινδύνου απόπειρας αυτοκτονίας. Λόγω των ποσοστών εμφάνισης και της μεγάλης πιθανότητας συνέχισης της παθολογίας στην ενήλικη ζωή η κατάθλιψη στην εφηβεία χρήζει πολύπλευρης θεραπευτικής παρέμβασης. Άλλωστε η κατάθλιψη που δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τη σχολική αποτυχία, την κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών, αλλά και την αυτοκτονία.

Αν οι γονείς ή άλλα ενήλικα πρόσωπα στη ζωή του εφήβου υποψιάζονται την ύπαρξη κατάθλιψης, θα πρέπει να αναζητήσουν εξειδικευμένη βοήθεια. Η κατάθλιψη θεραπεύεται. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της κατάθλιψης στα παιδιά είναι πολύ σημαντική και γενικά η πρόγνωση είναι καλή όταν ο έφηβος ακολουθεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα παρέμβασης. Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης προτείνονται τόσο βιολογικές όσο και ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις.

Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης στην εφηβεία γίνεται μόνο κάτω από προϋποθέσεις καθώς η χορήγηση φαρμάκων αν δε συνοδεύεται από ψυχοθεραπεία μπορεί να επιδεινώσει την απελπισία του εφήβου επιβεβαιώνοντας την εικόνα του ψυχικά ασθενούς και να τον αποδυναμώσει πλήρως. Παρόλο που η αντικαταθλιπτική αγωγή δεν χρησιμοποιείται τόσο συχνά στην εφηβεία μπορεί, ωστόσο, να είναι χρήσιμη, σε περίπτωση καταθλιπτικών συμπτωμάτων, τα οποία υποδεικνύουν το βιολογικό υπόστρωμα, όπως διαταραχές ύπνου, απώλεια ορέξεως και βάρους και ανεπαρκής συγκέντρωση. Ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου τίθεται ζήτημα ασφαλείας του εφήβου. Οι απόψεις του νεαρού ατόμου και των γονέων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν χορηγηθεί η αγωγή. Πιθανές παρενέργειες πρέπει να συζητηθούν μαζί τους και η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να παρακολουθείται συχνά αφού στόχος είναι ο έφηβος να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη με τις δυνάμεις του. Η χορήγηση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων οφείλει να γίνεται μόνο από ψυχιάτρους ειδικευμένους σε ζητήματα εφηβείας.

Μέσα από ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις ο έφηβος θα μάθει να μεταφράζει την κατάθλιψη με όρους διαπροσωπικούς και όχι σα νόσο από την οποία πρέπει να γιατρευτεί. Ο έφηβος μαθαίνει να έρχεται αντιμέτωπος με τα αισθήματα απογοήτευσης και ματαίωσης καθώς και τις συμπεριφορές που του προκαλούν αυτά τα συναισθήματα. Εκπαιδεύεται στην αυθεντική έκφραση αρνητικών συναισθημάτων και στην υιοθέτηση διεκδικητικής συμπεριφοράς ώστε να ανακτήσει τον έλεγχο της ζωής του. Μαθαίνει να κάνει επιλογές, να εκφράζει επιθυμίες και ανάγκες και να τις υποστηρίζει χωρίς να υποχωρεί. Συχνά απαιτείται οικογενειακή θεραπεία καθώς είναι σημαντικό να υπάρξει αλλαγή στάσεων και συμπεριφορών της οικογένειας, συμπεριφορές που αν δεν αλλάξουν μπορεί να ενισχύουν ες αεί τα καταθλιπτικά συμπτώματα.

Η εφηβεία είναι μια περίοδος θυελλώδους αναταραχής όπου ο έφηβος καλείται να κάνει επιλογές και πάρει αποφάσεις που θα επηρεάσουν τη ζωή του ως ενήλικας. Όταν η κατάθλιψη στην κλινική της μορφή εμφανιστεί σε ένα έφηβο του κλέβει την ικανότητα να κάνει επιλογές, κάτι που μπορεί να τον στιγματίσει για πάντα αν δε βρεθεί κάποιος να τον φροντίσει και να του δείξει το δρόμο για την ενηλικίωση χωρίς να βασανίζεται από τα βλαβερά συμπτώματα της κατάθλιψης.