Οι φόβοι των παιδιών

Ο Bernard Shaw πίστευε ότι το μυστικό του ηρωισμού είναι να μην επιτρέπεις στον φόβο να συνοδεύει τη ζωή σου. Άραγε πόσο εύκολο είναι να αφήσεις τους καθημερινούς φόβους στο πλάι; Πόσο βαρύ μπορεί να γίνει το φορτίο του ιδανικού που, για να γίνεις «ήρωας», πρέπει να διαχειρίζεσαι τους φόβους σου; Και αν αυτός ο ήρωας είναι ένα μικρό παιδί που προσπαθεί να κερδίσει την αναγνώριση των γονιών και των σημαντικών άλλων στη ζωή του; Τι επιθυμούμε να του διδάξουμε; Να μη φοβάται τίποτα ή να φοβάται αλλά ο φόβος να μην κυριεύει τη ζωή του;

εικόνα 1Ο φόβος είναι η φυσική απόρροια μιας πραγματικής ή φανταστικής απειλής. Ο φόβος έρχεται όταν νοιώθουμε ότι ένα ξένο πρόσωπο ή ένα αντικείμενο ή μια κατάσταση ή ειδικά φοβογόνα ερεθίσματα όπως τα ύψη, το σκοτάδι, κάποια ζώα, οι κεραυνοί κ.α. προσπαθούν να βλάψουν την ακεραιότητα μας. Λειτουργεί σαν προσαρμοστικός μηχανισμός που μας ενεργοποιεί προκαλώντας αντιδράσεις όπως εφιδρώσεις, κοκκίνισμα, δύσπνοια, ταχυκαρδίες, στομαχόπονους, φυγή ή αποφυγή των φοβικών ερεθισμάτων.

Ο φόβος υπάρχει από τις πρώτες μέρες στη ζωή ενός βρέφους αφού ένας δυνατός θόρυβος μπορεί να το τρομάξει. Μέχρι την ηλικία των 6 μηνών το μωρό δεν αισθάνεται φόβο και ανασφάλεια μπροστά σε άγνωστες φιγούρες αλλά από την ηλικία των 7 μηνών το παιδί νοιώθει ανησυχία όταν βρίσκεται με ξένα πρόσωπα και παρατηρείται έντονος φόβος αποχωρισμού από τη μητέρα που συνοδεύεται από φόβο για άγνωστα πρόσωπα αλλά και από το φόβο της απόρριψης του παιδιού από την ίδια τη μητέρα. Το άγχος προς τα ξένα πρόσωπα φαίνεται ότι υποχωρεί στο 12ο μήνα ενώ το άγχος αποχωρισμού διαρκεί μέχρι και το 2ο-3ο έτος. Καθώς μεγαλώνουν και έρχονται αντιμέτωπα με νέες καταστάσεις, τα παιδιά από 1 έως 3 μπορεί να αναπτύξουν συγκεκριμένους φόβους προς ζώα ή καταστάσεις αφού έχει προηγηθεί μια αρνητική εμπειρία. Από την ηλικία των 2 ετών και έπειτα καθώς η φαντασία και ο εσωτερικός κόσμος του παιδιού αναπτύσσονται, παρατηρούνται στα παιδιά φόβοι όπως το σκοτάδι, οι κεραυνοί και οι αστραπές. Στην προσχολική ηλικία το νήπιο φοβάται κυρίως καταστάσεις που συνδέονται με το απροσδόκητο και το άγνωστο. Φόβοι όπως το σκοτάδι, οι θόρυβοι, οι καταιγίδες, ο γιατρός, φανταστικά όντα επηρεάζουν τη διάθεση των μικρών μας ηρώων. Στην προσχολική και σχολική ηλικία το παιδί πλέον έρχεται αντιμέτωπο με πιο απροσδιόριστους και λιγότερο ορατούς φόβους. Μπορεί να φοβάται να μείνει μόνο, την ασθένεια ή το θάνατο αγαπημένων προσώπων, τα ατυχήματα, τις απώλειες ή ακόμη και τις αποτυχίες που μπορεί να φέρουν διαπόμπευση και γελιοποίηση. Από τα 10 έτη και μετά οι φόβοι γίνονται πιο ρεαλιστικοί και σχετίζονται με την κοινωνική και σχολική ζωή και τις διαπροσωπικές σχέσεις.

εικόνα 2Ο φόβος μπορεί να προκληθεί μέσα από τις άμεσες εμπειρίες ενός παιδιού. Έχει παρατηρηθεί ότι ένα παιδί μπορεί να ταυτίσει τους φόβους του με τους φόβους που έχουν οι «σημαντικοί άλλοι» στη ζωή του. Επιπλέον μπορεί να μεταθέτει το φόβο του σε ένα ουδέτερο ερέθισμα προσπαθώντας να αποφύγει την άμεση επαφή με το πραγματικό φοβικό ερέθισμα. Παραδείγματος χάριν, ενώ αυτό που φοβάται είναι η ασθένεια, να αρνείται να μπει στο αυτοκίνητο καθώς πιστεύει ότι θα αρρωστήσει αν μπει σε κλειστούς χώρους. Επίσης μπορεί ένας φόβος να εμφανιστεί χωρίς το παιδί να έχει βιώσει μια αρνητική εμπειρία με το συγκεκριμένο ερέθισμα ωστόσο αυτό να συνδέεται τοποχρονικά με μια φοβική κατάσταση.

Ο φόβος λειτουργεί ως προστατευτικός μηχανισμός και ως προειδοποιητικό σημάδι που θέτει το παιδί σε κατάσταση διέγερσης. Όταν ένα παιδί δε φοβάται, δε μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό του. Απλές παραινέσεις του τύπου «μη φοβάσαι, είσαι μεγάλο παιδί, δεν υπάρχει κάτι να φοβάσαι ….» κάθε άλλο παρά βοηθούν το παιδί να μάθει να διαχειρίζεται τους φόβους του. Απεναντίας οι φόβοι παθολογικοποιούνται και το παιδί διδάσκεται να κρύβει τους φόβους, να μην εκφράζει αυθεντικά αυτό που αισθάνεται και να μεγαλώνει με την ψευδαίσθηση ότι δε φοβάται. Η κατανόηση των φόβων και η προτροπή για συζήτηση, η αξιοποίηση λογοτεχνικών κειμένων που προβάλλουν τη βίωση φοβογόνων καταστάσεων και τρόπους εκτόνωσης διδάσκουν το παιδί να εκφράζει τους φόβους του.

Για να γίνει κατανοητό, ας πάρουμε για παράδειγμα το φόβο κάποιων παιδιών για τον Άγιο Βασίλη που φαντάζει παράλογος στα μάτια των ενηλίκων αφού είναι ιδιαίτερα αγαπητός και οικείος στα παιδιά. Ωστόσο αν ένα παιδί φοβάται τον Άγιο Βασίλη δε χρειάζεται να το υποχρεώσουμε να τον αγκαλιάσει ή να έρθει σε επαφή μαζί του. Ο φόβος του μπορεί να εξηγηθεί καθώς τα παιδιά γνωρίζουν τον Άγιο Βασίλη μέσα από τα βιβλία που έχει άλλες διαστάσεις και κυρίως βρίσκεται σε απόσταση που αυτά. Σαν παιχνίδι ή σα ζωντανή φιγούρα τον βιώνουν πιο κοντά και αυτό τους αφαιρεί την ικανότητα να έχουν τον έλεγχο της κατάστασης. Άρα ένα παιχνίδι με τη μορφή του Άγιου Βασίλη που τραγουδά μπορεί να φοβίσει ένα παιδί καθώς δεν έχει πλέον τον έλεγχο και δεν τον έχει γνωρίσει παρά μόνο ως σκίτσο. Ο γονιός δε χρειάζεται να πιέσει το παιδί να πλησιάζει τον Άγιο Βασίλη αλλά να μιλήσει μαζί του για τον Άγιο Βασίλη, να ακούσει το φόβο του παιδιού και να του δώσει το χωρο και το χρόνο, αν έχει την επιθυμία, να τον πλησιάσει. Αν δεν έχει την επιθυμία, ο γονιός δε χρειάζεται να ανησυχεί, καλό είναι να σεβαστεί την ετοιμότητα του παιδιού όχι με το να υποτιμά το φόβο του (μα ο άγιος Βασίλης είναι καλός, δεν υπάρχει κάτι να φοβάσαι) αλλά με τον να ακούει το φόβο ή τα κακά όνειρά που μπορεί να βλέπει το παιδί.

Ο φόβος αποκτά ανησυχητικές διαστάσεις όταν επιμένει να βιώνεται από το παιδί με ένα μη ρεαλιστικό τρόπο και να κρατά σε χρονική διάρκεια. Αν ο φόβος μετατραπεί σε φοβία και αλλάξει σημαντικά η λειτουργικότητα του παιδιού τότε καλό είναι ο γονιός να απευθυνθεί σε ειδικό ψυχικής υγείας. Αλλαγές στην καθημερινότητα του παιδιού, αποφυγή δραστηριοτήτων που κάποτε απολάμβανε εξαιτίας φοβικών ερεθισμάτων, διαταραχές στον ύπνο και στην όρεξη καλό είναι να ευαισθητοποιήσουν το γονιό ώστε να μην υπάρξει παγίωση συμπεριφορών και φοβιών στο παιδί.

Οι φόβοι υπάρχουν και μας προστατεύουν. Η αναγνώριση τους αποτελεί το πρώτο και ουσιαστικό βήμα ώστε να προχωρήσουμε στη διαχείριση τους. εικόνα 3