Ο Συναισθηματικός Κόσμος των Παιδιών με Δυσλεξία

Η δυσλεξία είναι μια ειδική μαθησιακή δυσκολία που οφείλεται σε νευρολογική δυσλειτουργία και διαγιγνώσκεται συνήθως στην πρώτη σχολική ηλικία όπου το παιδί καλείται να μάθει γραφή και ανάγνωση. Τα άτομα με δυσλεξία παρουσιάζουν μειωμένες επιδόσεις σε γλωσσικές ικανότητες όπως η ανάγνωση, η γραφή και η ορθογραφία, επιδόσεις που δε συμβαδίζουν με τις γενικές νοητικές ικανότητες τους.

εικόνα 1

Δυσκολίες εμφανίζονται κυρίως στην ανάγνωση (αργή με λάθη), στην ορθογραφία, στην αριθμητική, στη γραφή, στη μεταφορά σκέψης στο γραπτό λόγο. Παράλληλα τα παιδιά μπορεί να εμφανίσουν διάσπαση προσοχής και υπερκινητικότητα, δυσκολία διαχείρισης του χρόνου, ρυθμού, αποστήθισης, τέλεσης αλληλοδιαδοχικών πράξεων και συντονισμού. Ωστόσο τα παιδιά με δυσλεξία διακρίνονται για τα ιδιαίτερα προσόντα τους όπως τη δυνατότητα αναπαράστασης της σκέψης σε εικόνες, τις καινοτόμες ιδέες και τις ικανότητες επίλυσης προβλημάτων.

Για τα παιδιά με δυσλεξία η ανάγνωση, η γραφή, ο συλλαβισμός αποτελούν τα πρωταρχικά προβλήματα τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε δευτερογενή προβλήματα όπως αδιαφορία, χαμηλά κίνητρα, διασπαστική συμπεριφορά που έχουν κοινωνικές και συναισθηματικές προεκτάσεις. Αρκετές έρευνες αποδεικνύουν ότι η ακαδημαϊκή αποτυχία των παιδιών με δυσλεξία ή η λεκτική και συναισθηματική βία που υφίστανται επηρεάζουν αρνητικά τη συμπεριφορά τους στο σπίτι και στο σχολείο και μπορεί να απομακρύνουν τα παιδιά από το σχολείο ή να προκαλέσουν την εμφάνιση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, την απομόνωση, την ανάπτυξη χαμηλής αυτοπεποίθησης και την υιοθέτηση μη αποδεκτών τρόπων επικοινωνίας.

Λαμβάνοντας υπόψη την εκτεταμένη βιβλιογραφία που υπάρχει πάνω στη διάγνωση ή την αιτιολογία ή τις εκπαιδευτικές παρεμβάσεις που εφαρμόζονται εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η βιβλιογραφία που σχετίζεται άμεσα με το συναισθηματικό βίωμα των παιδιών με δυσλεξία είναι περιορισμένη. Η παρατήρηση αυτή μόνο ανησυχία φέρει καθώς προβληματίζει η ιδιαίτερη έμφαση που δίνεται στην ακαδημαϊκή επίδοση και τη σχολική επιτυχία των παιδιών και όχι στις παρεμβάσεις που προάγουν τη συναισθηματική τους ανάπτυξη. Μοιάζει να είναι μονοδιάστατο το ενδιαφέρον για τα παιδιά όταν δίνεται έμφαση μοναχά στη σχολική τους επίδοση και δεν υπάρχει χώρος για την επεξεργασία του συναισθηματικού βιώματος του παιδιού.

Ο Michael McNulty (2003) με τη μέθοδο των ιστοριών ζωής ( life story) της αφηγηματικής ανάλυσης περιγράφει τις συναισθηματικές εμπειρίες ατόμων με δυσλεξία. Πριν την έναρξη της σχολικής ηλικίας τα περισσότερα παιδιά είναι πιθανόν να εντοπίσουν τις δυσκολίες τους και τη διαφορετικότητα τους σε σχέση με τους συνομηλίκους τους στους τομείς της γλώσσας, της προσοχής και του συντονισμού και να υποψιαστούν ότι κάτι δεν πάει καλά. Κατά την έναρξη της σχολικής ηλικίας τα παιδιά έρχονται σε επαφή με ανεξήγητες δυσκολίες και αποτυχίες που τους οδηγεί στην αμφισβήτηση της νοημοσύνης τους και στην μείωση των κινήτρων. Παράλληλα η έλλειψη κατανόησης των δυσκολιών τους από τους άλλους και το αίσθημα ταπείνωσης και ντροπής που νιώθουν έχει ως αποτέλεσμα να χαρακτηρίζουν καταστάσεις έκθεσης των δυσκολιών τους ως ψυχικά τραύματα ή εφιάλτες.

Η διάγνωση και η αξιολόγηση της δυσλεξίας συχνά επιβεβαιώνει το φόβο ότι κάτι δεν πάει καλά. Ωστόσο η ακριβής αξιολόγηση που δίνει έμφαση στις δυνατότητες του παιδιού μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ανασφάλειας και στην αποδοχή της κατάστασης από το άτομο. Αντίθετα μια αξιολόγηση που αδυνατεί να δώσει χρήσιμες πληροφορίες στο άτομο χειροτερεύει την τραυματική κατάσταση την οποία βιώνει το άτομο. Η διάγνωση και η αξιολόγηση αποτελεί σημείο καμπής για τη στάση που θα υιοθετήσει το άτομο στην μελλοντική του ζωή.

Μετά τη διάγνωση το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με τις μαθησιακές δυσκολίες, τις συναισθηματικές δυσκολίες της αίσθησης του «κάτι δεν πάει καλά» και τις αρνητικές επιδράσεις που έχουν στην αυτοπεποίθηση. Έτσι η ζωή του διαμορφώνεται ανάλογα με την αλληλεπίδραση των εκπαιδευτικών ευκαιριών, την εκμετάλλευση των ταλέντων που πιθανόν έχει και την συναισθηματική υποστήριξη που δέχεται. Όλες αυτές οι εμπειρίες συνήθως έχουν οφέλη αλλά απαιτούν και θυσίες. Στη φάση αυτή το παιδί μπορεί :

  • Να δίνει έμφαση σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τις μαθησιακές δυσκολίες και η επίτευξη τους αυξάνει την αυτοπεποίθηση του, όμως, χάνει την ευκαιρία για τη δημιουργία κοινωνικών σχέσεων καθώς αφιερώνει περισσότερο χρόνο στο ακαδημαϊκό κομμάτι.

  • Να συναναστρέφεται με ανθρώπους που αδυνατούν να κατανοήσουν τις δυσκολίες του και υποτιμούν την νοημοσύνη και τα κίνητρα του για εργασία. Οι αρνητικές αυτές εμπειρίες μπορεί να αποτελέσουν κίνητρα για εργασία και τα παιδιά γίνονται πιο διεκδικητικά και μαχητικά με την προϋπόθεση ότι υπάρχει ένα άλλο υποστηρικτικό πλαίσιο.

  • Να έρχεται σε επαφή με δραστηριότητες που δεν έχουν σχέση με τις μαθησιακές δυσκολίες και να αυξάνεται η αυτοπεποίθηση του. Ωστόσο οι εναλλακτικές εμπειρίες μπορεί να αποσπάσουν το άτομο από κάθε προσπάθεια να αντιμετωπίσει τις μαθησιακές του δυσκολίες.

  • Να βιώνει αισθήματα απομόνωσης, μοναξιάς και ντροπής καθώς οι υπόλοιποι δεν κατανοούν ή δε δέχονται τη φύση των μαθησιακών δυσκολιών του. Οι εμπειρίες αυτές δεν έχουν κανένα όφελος για το άτομο.

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας και της πρώτης νεότητας η εύρεση μιας ευχάριστης απασχόλησης πάνω στην οποία το άτομο θα στηρίξει την ακαδημαϊκή ή την επαγγελματική του καριέρα βοηθά την προσαρμογή και την αύξηση της αυτοπεποίθησης του. Διαφορετικά το άτομο συνεχίζει να μάχεται με αισθήματα ντροπής και χαμηλής αυτοπεποίθησης.

Τα παιδιά με δυσλεξία σηκώνουν ένα βαρύ συναισθηματικό φορτίο εξαιτίας της έλλειψης πληροφόρησης και εκπαίδευσης των ειδικοτήτων που εμπλέκονται, της μη παροχής ίσων εκπαιδευτικών ευκαιριών και της έλλειψης αποδοχής της διαφορετικότητας. Παρά τις αντίξοες εκπαιδευτικές συνθήκες και το βαρύ συναισθητικό φορτίο που αυτές δημιουργούν καταφέρνουν να αντεπεξέλθουν και να πετύχουν στη ζωή τους κυρίως όταν ληφθεί υπόψη η σημασία που παίζει η επεξεργασία των συναισθημάτων τους όχι μόνο από τους εκπαιδευτικούς αλλά και από την οικογένεια.

Τα άτομα με δυσλεξία που κατάφεραν να ασκήσουν τις ιδιαίτερες ικανότητες τους διαπρέψαν στην προσωπική και επαγγελματική τους ζωή. Αυτό το κατάφεραν μόνο όταν δέχτηκαν τη διάγνωση της δυσλεξίας και τους δόθηκε η δυνατότητα με την δημιουργία των κατάλληλων εκπαιδευτικών συνθηκών να καλλιεργήσουν τις ιδιαίτερες ικανότητες που έχουν. Άλλες έρευνες αναφέρουν τα επιτεύγματα ατόμων με δυσλεξία που κατάφεραν να διαπρέψουν στο σχέδιο, στην αρχιτεκτονική, στη φωτογραφία και στους υπολογιστές χάρη στις εξαιρετικές τους ικανότητες.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι σε ποιο επίπεδο προσωπικής και επαγγελματικής επιτυχίας θα έφτανε κάθε παιδί που έχει αυτά τα χαρίσματα αν τα δευτερογενή προβλήματα με τις συναισθηματικές και κοινωνικές προεκτάσεις που προκαλούν, προλαμβάνονταν ή αντιμετωπίζονταν;